Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο τόπο
ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου
η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση και με τόσο κόπο·
ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου Σεπτεμβρίου.
Καινούρια σπίτια σκονισμένες κλινικές εξανθηματικά παράθυρα φερετροποιεία…
Συλλογίστηκε κανένας τί υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;
Ακαταστασία στην κάμαρα: συρτάρια παράθυρα πόρτες ανοίγουν το στόμα τους
σαν άγρια θηρία·
ένας απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει αστρονομίζεται γυρεύει.
Στενοχωριέται: α χτυπήσουν την πόρτα ποιός θ’ ανοίξει; Αν ανοίξει βιβλίο ποιόν θα κοιτάξει; Αν ανοίξει την ψυχή του ποιός θα κοιτάξει; Αλυσίδα.
Πού ’ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολώνει;
Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος μπροστά σ’ έναν καθρέφτη
κάτω από μια ρυτίδα.
Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξη απλώνει.
Πέθαναν όλοι μέσα στο καράβι, μα το καράβι ακολουθάει το στοχασμό του που
άρχισε σαν άνοιξε από το λιμάνι.
Πώς μεγαλώσαν τα νύχια του καπετάνιου… κι ο ναύκληρος αξούριστος που ’χε
τρεις ερωμένες σε κάθε σκάλα…
Η θάλασσα φουσκώνει αργά, τ’ άρμενα καμαρώνουν κι η μέρα πάει να γλυκάνει.
Τρία δελφίνια μαυρολογούν γυαλίζοντας, χαμογελά η γοργόνα, κι ένας ναύτης
γνέφει ξεχασμένος στη γάμπια καβάλα.
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Comentários
Já escurecera na sacada
junto a nós uma urgência esvoaçava
nos dois corações, bem aninhada,
uma confissão correspondida.
Vã, murchou a voz. Enxame de erros
nossos lábios, e nas profundezas
do corpo, Deus, só estava acesa
nossa espera da benção pedida.
Dentro da casa os sonhos zumbiam
e da luz da tarde até o ímã
dos cabelos teus, tudo trazia
à memória o anjo inalcançável
de para com os anéis subitâneos
de chofre caídos, dos abanos
no pensamento que, o mesmo orando,
líamos, evangelho inefável.
Mulher que na minha alma te hospedas
tua surpresa é o que me resta
formosa mulher amada, nesta
tarde que absurdamente definha,
e os teus olhos de círculos negros
e a noite e seu calafrio ligeiro…
Quimera, espada do meu silêncio,
curva-te e entra outra vez na bainha.
**
Σχόλια
Είχε η βεράντα σκοτεινιάσει
πλάι μας φτερούγισε μια βιάση
στις δυο καρδιές είχε φωλιάσει
αντίρροπη μια εξομολόγηση.
Και η άκαρπη φωνή εμαράθη
στα χείλια μας μελίσσι λάθη
και μόνο απ’ του κορμιού τα βάθη
θεέ μου, προσμέναμε μια βλόγηση.
Σκοτάδι βούιζε μες στο σπίτι
κι από το φως του αποσπερίτη
ώς των μαλλιών σου το μαγνήτη,
θυμήσου τον απρόσιτο άγγελο
με τα γοργά τα δαχτυλίδια
πεσμένα ξάφνου, δυο ριπίδια
στη σκέψη που με δέηση ίδια
διαβάζαμε σαν τετραβάγγελο.
Γυναίκα, της ψυχής μου ξένη
το ξάφνισμά σου μου απομένει
ωραία γυναίκα αγαπημένη,
το βράδυ αυτό το ανόητο, σήμερα
και των ματιών σου οι μαύροι κρίκοι
και της νυχτιάς η ανάερη φρίκη…
Σκύψε να μπεις πάλι στη θήκη
λεπίδι της σιωπής μου, χίμαιρα.
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Foguete
Nem é nem o mar
nem o universo
esta luz azul
em nossos dedos
por sob as pálpebras
milhares de antenas
apalpam confusas
o céu
cravo vermelho
sozinho num vaso
estás diante de mim
como escrita de amor
havia uma cerva
cor de enxofre, amarela
e havia uma torre
de ouro
os anos lhe contavam
cinco corvos
que a grasnar dispersaram-se
mágico pentagrama
os cabelos da bela
alvejavam de lírios
no corpo da bela
escrevi livros.
Eu não posso viver
com pavões apenas
nem viajar noite e dia
entre olhos de sereia.
**
Ρουκέτα
Δεν είναι ούτε η θάλασσα
δεν είναι ούτε ο κόσμος
το γαλάζιο αυτό φως
στα δάχτυλά μας
κάτω από τα βλέφαρα
χίλιες αντένες
ψάχνουν ζαλισμένες
τον ουρανό
κόκκινο γαρούφαλο
μοναχό στη γλάστρα
στάθηκες σαν έγραφα
μπρος μου σαν αγάπη
ήταν μια ελαφίνα
κίτρινη σα θειάφι
κι ήταν ένας πύργος
από χρυσάφι
μέτρησαν τα χρόνια τους
πέντε κοράκια
μάλωσαν και σκόρπισαν
σαν πεντάλφα
τα μαλλιά της όμορφης
τ’ άσπρισαν τα κρίνα
στο κορμί της όμορφης
έγραψα βιβλία.
Δεν μπορώ να ζω
όλο με παγόνια
μήτε να ταξιδεύω μερόνυχτα
μέσα στα μάτια της γοργόνας.
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Rima
Lábios, vigias de minha paixão outrora acesa
mãos, cadeias da juventude que tão logo passa
cor de um rosto perdido em meio à natureza
árvores... pássaros... caça.
Corpo, racimo negro sob um sol que te arde
corpo, magnífico navio, que rumo levas?
É esta a hora em que sufoca a tarde
e eu me afadigo a procurar as trevas...
(Os dias roem nossa vida sem alarde).
**
Ριμα
Χείλια, φρουροί της αγάπης μου που ήταν να σβήσει
χέρια, δεσμά της νιότης μου που ήταν να φύγει
χρώμα προσώπου χαμένου κάπου στη φύση
δέντρα… πουλιά… κυνήγι…
Κορμί, μαύρο μες στο λιοπύρι σαν το σταφύλι
κορμί πλούσιο καράβι μου, πού ταξιδεύεις;
Είναι η ώρα που πνίγεται το δείλι
και κουράζομαι ψάχνοντας τα ερέβη…
(Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει).
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Carta de Matias Pascal
Os arranha-céus de Nova York jamais conhecerão o orvalho que cai em Karfissiá
mas as duas chaminés atrás dos cedros, que me agravam no estrangeiro,
...........voltam outra vez
quando vejo os dois ciprestes acima da igreja tua conhecida
que tem pinturas de condenados a queimar nas chamas e nas brasas.
Durante março inteiro o reumatismo afligiu teus belos flancos
...........e foste no verão a Édpissos.
Deuses! a vida luta forceja tanto por passar, como um rio da cheia
...........pelo buraco de uma agulha.
Faz muito calor até de noite, os astros lançam nuvens de mosquitos,
...........bebo sodas ácidas e ainda tenho sede;
lua e cinema, fantasmas e portos doentios, sufocantes.
Verina, a vida devastou-nos, e os céus da Ática e os letrados que galgam
..........sua própria cabeça
e as paisagens que acabam por fazer pose por causa da secura e da sede
como os jovens que põem sua alma toda no uso de um monóculo
como as jovens, girassóis que engolem sua corola para se tornarem lírios.
Tardam os meses; nossos dias se prolongam nos relógios e se arrasta
...........o ponteiro dos minutos.
Lembra de como nos metíamos, ofegantes, pelos becos para que não
...........nos destripassem os faróis dos carros.
A ideia do mundo exterior nos cingia e nos prendia como rede
e fugíamos com um punhal oculto em nós e tu dizias “Hermódio e Aristogíton”.
Inclina a cabeça para que te possas ver, mas se eu te visse tentaria olhar adiante.
De que vale um homem o que deseja e como no segundo advento justificar sua
...........existência?
Ah! encontrar-me num barco sem vela, perdido no Oceano Pacifico,
...........a sós com o mar e o vento
a sós, sem rádio nem força de lutar contra os elementos.
.
..............................................Kokinarás, 5 de agosto de 1923
..............................................................De Cadernos de Exercícios I
**
Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη
Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης δε θα γνωρίσουν ποτέ τη δροσούλα που
...........κατεβαίνει στην Κηφισιά
μα οι δυο καμινάδες που μ’ άρεσαν στην ξενιτιά πίσω απ’ τα κέδρα, γυρίζουν πάλι
σα βλέπω τα δυο κυπαρίσσια πάνω από τη γνώριμή σου την εκκλησιά
που έχει τους κολασμένους ζωγραφιστούς να τυραννιούνται μες στη φωτιά και
...........στην αθάλη.
Όλο το Μάρτη τα λαγόνια σου τα ωραία τα ρήμαξαν οι ρεματισμοί και το
...........καλοκαίρι πήγες στην Αιδηψό.
Θεοί! πώς αγωνίζεται η ζωή για να περάσει, θα ’λεγες φουσκωμένο ποτάμι από
...........την τρύπα βελόνας.
Κάνει ζέστη βαθιά ώς τη νύχτα, τ’ άστρα πετάνε σκνίπες, πίνω άγουρες γκαζόζες
........... και διψώ·
φεγγάρι και κινηματογράφος, φαντάσματα και πνιγερός ανήμπορος λιμιώνας.
Βερίνα, μας ερήμωσε η ζωή κι οι αττικοί ουρανοί κι οι διανοούμενοι που
........... σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους κεφάλι
και τα τοπία που κατάντησαν να παίρνουν πόζες από την ξεραΐλα κι από την πείνα
σαν τους νέους που ξόδεψαν όλη τους την ψυχή για να φορέσουν ένα μονογυάλι
σαν τις κοπέλες ηλιοτρόπια ρουφώντας την κορφή τους για να γίνουν κρίνα.
Αργούν οι μέρες· οι μέρες οι δικές μου τριγυρίζουν μέσα στα ρολόγια και
.............. ρυμουλκούνε το λεπτοδείχτη.
Γιά θυμήσου σα στρίβαμε λαχανιασμένοι τα σοκάκια για μη μας ξεκοιλιάσουν οι
.............. φάροι των αυτοκινήτων.
Η σκέψη του ξένου κόσμου μας κύκλωνε και μας στένευε σαν ένα δίχτυ
και φεύγαμε μ’ ένα λεπίδι κρυμμένο μέσα μας κι έλεγες «ο Αρμόδιος κι ο
.............. Αριστογείτων».
Σκύψε το κεφάλι να σε ιδώ, μα κι α σ’ έβλεπα θα γύρευα να κοιτάξω πιο πέρα.
Τί αξίζει ένας άνθρωπος τί θέλει και πώς θα δικαιολογήσει την ύπαρξή του στη
.............. δευτέρα παρουσία;
Α! να βρισκόμουνα ξυλάρμενος χαμένος στον Ειρηνικόν Ωκεανό μόνος με τη
.............. θάλασσα και τον αγέρα
μόνος και χωρίς ασύρματο ούτε δύναμη για να παλέψω με τα στοιχεία.
.
Κοκκιναράς, 5 Αυγούστου 1928
Τετραδιο Γυμνασματων
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
--------------------------------
Nota:
O Falecido Mattia Pascal é um romance em que Luigi Pirandello explora os mistérios de identidade. Nele se conta a história de um homem que, cansado da sua vida de arquivista e do casamento, decide viajar até Monte Carlo, onde a sorte lhe permite obter no casino uma enorme fortuna. É no regresso a casa que toma conhecimento de que, por engano, foi considerado morto. Decide começar uma nova vida com fortuna e outro nome, pensando assim libertar-se de compromissos e obrigações. Aqui vão duas traduções: (O falecido Mattia Pascal. Luigi Pirandello - tradução Silvia Massimini Felix.
editora Unesp, 2020 // O falecido Mattia Pascal. Luigui Pirandello. tradução Francisco Degani e Rômulo Antonio Giovelli. editora
Nova Alexandria, 2007/2011)
§§
Sobre um verso estrangeiro
......... A Elli, no Natal de 1931
.
Afortunado quem fez a viagem de Odisseu.
Afortunado se ao partir sentiu, firme sobre o corpo, a armadura de um amor,
........ como as veias por onde ruge o sangue.
Um amor de ritmo indissolúvel, invicto como a música e perene
porque nasceu quando nascemos, e se há de morrer quando morrermos,
........não o sabemos nós, ninguém o sabe.
Rogo ao deus que me ajude a dizer, num momento de ventura intensa,
........o que é esse amor:
sinto-me às vezes cercado pelo exilio e lhe ouço o rumor distante,
........ como eco do mar que se mistura ao de aguaceiro inexplicável.
E me aparece à frente, uma e outra vez, o fantasma de Odisseu,
........olhos injetados por causa da salsugem das ondas
e do maduro desejo de rever o fumo que se evola do calor do seu lar
........ e o cão que envelhece esperando junto à porta.
Ergue-se, agigantado, murmurando por entre a barba
encanecida palavras de nossa língua tal como há
três mil anos a falavam.
Estende-me uma palma calejada pelos cabos e pela cana
do leme, de pele crestada pelo seco vento norte
pelo calor e pelas neves.
Dir-se-ia quer banir de nós o sobre-humano Ciclope cujo olho solitário espia
........as sereias que, se as ouvires, te farão esquecer tudo, e Cila e Caribdis:
tantos monstros intrincados que não nos deixam refletir em como ele foi
........também um homem que lutou no mundo com a alma e o corpo.
É o grande Odisseu: aquele que disse aos aqueus para fazerem
........ o cavalo de madeira com que tomaram Tróia.
Imagino-o vindo explicar-me que eu posso também fazer
........ um cavalo de madeira para tomar a minha Tróia.
Como fala em voz baixa e tranquila, sem premência,
.........dir-se-ia um pai que me conhece bem
ou um desses velhos marujos que encostados às suas redes,
........quando o inverno sobrevinha e o vento raivava,
recitavam-me nos anos de infância, com lágrimas nos
olhos, a canção de Erotócrito,
e eu tremia no meio do meu sono ouvindo o fado adverso de Areti
........a descer pelos degraus de mármore.
Diz-me o árduo esforço de sentir as velas do teu barco infladas
........pela memória e tua alma se fazer timão.
E estares só, dentro da escuridão da noite, à deriva como palha na eira.
O amargor de ver teus companheiros naufragados entre os elementos,
........dispersados: um a um.
E como estranhamente recobras as forças falando com os mortos
........quando já não bastam os vivos que te restam.
Fala... ainda vejo suas mãos que sabiam verificar se fora bem lavrada
........a górgona de proa
que me seja dado um mar azul sem ondas no coração do inverno.
**
Πάνω σ’ έναν ξένο στίχο
Στην Έλλη, Χριστούγεννα 1931
.
Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι τού Οδυσσέα.
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.
Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής
γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.
Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποιά είναι αυτή η αγάπη·
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά, κι ακούω το μακρινό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.
Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα
κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.
Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένια, λόγια της γλώσσας μας, όπως τη μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά και το δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι από την κάψα κι από τα χιόνια.
Θα ’λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσό μας·
τόσα περίπλοκα τέρατα, που δε μας αφήνουν να στοχαστούμε πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πάλεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή και με το σώμα.
Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας· εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ αρμηνέψει πώς να φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω τη δική μου Τροία.
Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια, λες με γνωρίζει σαν πατέρας
είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας,
μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια, το τραγούδι του Ερωτόκριτου, με τα δάκρυα στα μάτια·
τότες που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής να κατεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια.
Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.
Και να ’σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.
Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους: έναν έναν.
Και πόσο παράξενα αντρειεύεσαι μιλώντας με τους πεθαμένους, όταν δε φτάνουν πια οι ζωντανοί που σου απομέναν.
Μιλά… βλέπω ακόμη τα χέρια του που ξέραν να δοκιμάσουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα
να μου χαρίζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα στην καρδιά του χειμώνα.
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
À maneira de G. S.
Para onde quer que eu viaje, a Grécia me dói.
No Pélion em meio às castanheiras a camisa do Centauro
deslizava entre as folhas para vir enrolar-se no meu corpo
enquanto eu galgava a encosta e o mar me acompanhava
até chegarmos às águas da montanha.
Em Santorini tocando eu ilhas que afundavam
escutando uma flauta soar algures entre as pedras-pomes
a mão pregou-me à amurada do navio
uma seta de súbito lançada
dos confins de esvanecida juventude.
Em Micenas ergui as grandes pedras e os tesouros dos Átridas
e junto deles me deitei no hotel “A Bela Helena de Menelau”;
só desapareceram na alva ao canto da Cassandra
com um galo a lhe prender do colo negro.
Em Sptse em Míconos em Poros
enfadou-me ouvir as barcarolas.
Que pretendem esses todos quando dizem
que podem ser achados em Atenas ou no Pireu?
Um vem de Salamina e quer saber de um outro se ele “vem de Omônia”
“Não, venho do Sintágma” responde ancho de si
“Encontrei o Yánnis convidou-me a um sorvete.”
No entrementes é a Grécia que viaja
não sabemos de nada não sabemos quem somos nós desembarcados
ignoramos a amargura do porto quando os barcos todos já partiram
escarnecemos aqueles que ainda a sentem.
Estranha gente que pretende achar-se na Ática e não está em parte alguma;
compram confeitos de amêndoas quando vão casar
usam “loção para o cabelo” fotografam-se
o homem que hoje vi sentado em frente de um telão com flores e pombinhos
permitia que a velha mão do fotógrafo alisasse as rugas
que lhe deixaram na pele do rosto
os galos no céu.
No entrementes é a Grécia que viaja ela toda que viaja
e se “vemos o mar Egeu a florir de cadáveres”
são daqueles que quiseram tomar o grande barco nadando-lhe ao encontro
daqueles que cansaram de esperar os navios que já não
partem o “Samotrácia” o “Elsie” o “Ambracia”.
Apitam os navios agora que anoitece no Pireu
todos apitam todos mas não se move cabrestante
algum corrente alguma que úmida cintile à luz agonizante
o capitão está ali de pedra em meio aos astros e os galões.
Para onde quer que eu viaje, a Grécia me dói;
cadeias de montanhas, arquipélagos, granitos escalavrados.
O navio a viajar é o “Agonia 937”.
.
.......................... A bordo da Aulide, à espera de zarpar. Verão de 1936
**
Με τον τρόπο του Γ. Σ.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.
Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.
Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου»·
χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάντρα
μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.
Τί θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από τη Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Ομονοίας»
«Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά κι είν’ ευχαριστημένος
«βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια·
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.
Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική και δε βρίσκεται πουθενά·
αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται
ο άνθρωπος πού ειδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γερο-φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κι αν «ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς»
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα χρυσά.
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει·
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937.
.
Α/π Αυλίς, περιμένοντας να ξεκινήσει. Καλοκαίρι 1936
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Uma palavra sobre o verão
Voltamos outra vez ao outono, o verão ficou
como um caderno em que cansamos de escrever
cheios de esboços de rabiscos distraídos
nas margens e de pontos de interrogação, voltamos
à quadra dos olhos que fitavam
no espelho sob a luz elétrica
lábios cerrados e pessoas estranhas
nos quartos nas ruas sob as pimenteiras
enquanto os faróis dos automóveis dizimavam
milhares de mascaras sem cor.
Voltamos; partimos toda vez para voltar
à solidão, um punhado de terra em nossas mãos vazias.
E no entanto eu amei a alameda Singru
o duplo embalo da avenida larga
que nos levava milagrosamente ao mar perene
para nos lavar de nossas culpas;
amei algumas pessoas desconhecidas
encontradas por acaso no romper do dia
a resmungar consigo próprias feito capitães de armada que afundou,
indício de que o mundo é grande.
E no entanto eu amei estas ruas aqui, estas colunas
e como fui nascido no outro litoral
perto dos juncos e da ilha dos caniços
cujas areias ainda tinham água com que matar a sede
do remador, e como nasci perto
do mar que enrolo e desenrolo entre meus dedos
quando estou cansado – já não sei mais onde nasci.
Resta ainda o destilado amarelo do verão
e suas mãos tocando medusas sobre as águas
seus olhos desvelados de súbito, os primeiros
olhos do mundo, e as cavernas do marinhas:
pés nus sobre o chão vermelho.
Resta ainda o louro adolescente marmóreo do verão
um pouco de sal seco no oco de uma rocha
algumas agulhas de pinheiro após a chuva
dispersas e rubras como redes destroçadas.
Não entendo esses rostos eu não os entendo
imitam às vezes a morte e depois outra vez
reluzem de uma vida chã de pirilampos
afogados entre duas rugas
com um esforço limite, sem esperanças
entre duas mesinhas manchadas de café
matam-se uns aos outros apequenam-se
grudam-se como selos às vidraças
rostos de uma outra estirpe.
Juntos passeamos juntos partilhamos pão e sono
padecemos a mesma amargura da ausência
com as pedras que tínhamos edificamos nossas casas
tomamos os barcos assentamo-nos da pátria regressamos
encontramos as mulheres a esperar-nos
a custo nos reconheceram, ninguém nos reconhece.
E os companheiros trouxeram as estátuas, trouxeram as desnudas
cadeiras vazias do outono, os companheiros
mataram os seus próprios rostos: não entendo.
Resta ainda o deserto amarelo do verão
ondas de areia em fuga até o derradeiro circulo
um impiedoso interminável rufo de tambor
olhos em chamas que mergulham no sol
mãos com jeito de pássaros que lanham o céu
saudando fileiras de mortos em posição de sentido
perdidas num ponto que não governo e me domina:
tuas mãos tocam a onda livre.
.
..................................................Outono de 1936
**
Ένας λόγος για το καλοκαίρι
Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι
σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει
γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια
στο περιθώριο κι ερωτηματικά, γυρίσαμε
στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν
στον καθρέφτη μέσα στο ηλεχτρικό φως
σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι
στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές
καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν
χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.
Γυρίσαμε· πάντα κινάμε για να γυρίσουμε
στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες.
Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού
το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου
που μας άφηνε θαματουργά στη θάλασσα
την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες·
αγάπησα κάποιους ανθρώπους άγνωστους
απαντημένους ξαφνικά στο έβγα της μέρας,
μονολογώντας σαν καπετάνιοι βουλιαγμένης αρμάδας,
σημάδια πως ο κόσμος είναι μεγάλος.
Κι όμως αγάπησα τους δρόμους τούς εδώ, αυτές τις κολόνες·
κι ας γεννήθηκα στην άλλη ακρογιαλιά κοντά
σε βούρλα και σε καλάμια νησιά
που είχαν νερό στην άμμο να ξεδιψάει
ο κουπολάτης, κι ας γεννήθηκα κοντά
στη θάλασσα που ξετυλίγω και τυλίγω στα δάχτυλά μου
σαν είμαι κουρασμένος — δεν ξέρω πια πού γεννήθηκα.
Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι
και τα χέρια σου γγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερό
τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά, τα πρώτα
μάτια του κόσμου, κι οι θαλασσινές σπηλιές·
πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.
Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος το καλοκαίρι
λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου
λίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ’ τη βροχή
σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.
Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πρόσωπα δεν τα καταλαβαίνω
μιμούνται κάποτε το θάνατο κι έπειτα ξανά
φέγγουν με μια ζωή πυγολαμπίδας χαμηλή
με μια προσπάθεια περιορισμένη ανέλπιδη
σφιγμένη ανάμεσα σε δυο ρυτίδες
σε δυο τραπεζάκια καφενείου κηλιδωμένα
σκοτώνουνται το ένα με τ’ άλλο λιγοστεύουν
κολλούν σα γραμματόσημα στα τζάμια
τα πρόσωπα της άλλης φυλής.
Περπατήσαμε μαζί μοιραστήκαμε το ψωμί και τον ύπνο
δοκιμάσαμε την ίδια πίκρα του αποχωρισμού
χτίσαμε με τις πέτρες που είχαμε τα σπίτια μας
πήραμε τα καράβια ξενιτευτήκαμε γυρίσαμε
βρήκαμε τις γυναίκες μας να περιμένουν
μας γνώρισαν δύσκολα, κανείς δε μας γνωρίζει.
Κι οι σύντροφοι φόρεσαν τ’ αγάλματα φόρεσαν τις γυμνές
άδειες καρέκλες του φθινοπώρου, κι οι σύντροφοι
σκοτώσανε τα πρόσωπά τους· δεν τα καταλαβαίνω.
Μένει ακόμα η κίτρινη έρημο το καλοκαίρι
κύματα της άμμου φεύγοντας ώς τον τελευταίο κύκλο
ένας ρυθμός τυμπάνου αλύπητος ατέλειωτος
μάτια φλογισμένα βουλιάζοντας μέσα στον ήλιο
χέρια με φερσίματα πουλιών χαράζοντας τον ουρανό
χαιρετώντας στίχους νεκρών σε στάση προσοχής
χαμένα σ’ ένα σημείο που δεν τ’ ορίζω και με κυβερνά·
τα χέρια σου γγίζοντας το ελεύθερο κύμα.
.
Φθινόπωρο, 1936
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
A cada manhã me lembra a água morna
que não tenho junto a mim nada mais vivo.
**
Το ζεστό νερό μού θυμίζει κάθε πρωί
πως δεν έχω τίποτε άλλο ζωντανό κοντά μου.
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Matias Pascal entre as rosas
Fumo sem parar desde a manhã
se eu parar vão me abraçar as rosas
com espinhos e com pétalas desfolhadas vão -me sufocar
repontam todo retorcidas com o mesmo tom de róseo
e olham: esperam ver alguém; não passa ninguém;
por trás da fumaça do cachimbo sigo-as
a elas sem perfume sobre seus caules murchos,
em outra vida me disse uma mulher podes tocar esta mão
e é minha esta rosa é tua podes
pegá-la já ou depois, se preferires.
Fumando o tempo todo, desço os degraus da escada
descem em minha companhia as rosas irritadas
que têm no seu porte algo da voz
à raiz do grito quando o homem
começa a chamar: “mamãe” ou “socorro”
ou das vozinhas cândidas do amor.
É um pequeno jardim todo de rosas
uns poucos metros quadrados que comigo baixam
quando desço os degraus, sem céu;
e a tia disse-lhe: “Antígona esquecestes hoje a tua ginástica
em meu tempo, não se usava corpete nessa idade”.
A tia dela era um triste corpo de veias salientes
cheia de rugas ao redor das orelhas e com um nariz moribundo
mas suas palavras tinham sempre muita sensatez.
Certo dia a vi tocar o peito de Antígona
como uma criança que roubasse um fruto.
Será que encontro a velha na descida?
Disse-me ela ao ir-se: “Quem sabe quando nos iremos rever?”
e li depois a notícia de sua morte em velhos jornais
do casamento de Antígona e do casamento da filha de Antígona
sem que terminassem os degraus ou nem o tabaco
que me deixou na boca um gosto de navio fantasma
com uma sereia de proa no timão que fora crucificada quando era ainda bela.
.
.................................................................. Koritsá, verão de 37
**
Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα
Καπνίζω χωρίς να σταματήσω απ’ το πρωί
αν σταματήσω τα τριαντάφυλλα θα μ’ αγκαλιάσουν
μ’ αγκάθια και με ξεφυλλισμένα πέταλα θα με πνίξουν
φυτρώνουν στραβά όλα με το ίδιο τριανταφυλλί
κοιτάζουν· περιμένουν να ιδούν κάποιον· δεν περνά κανείς·
πίσω από τον καπνό της πίπας μου τα παρακολουθώ
πάνω σ’ ένα κοτσάνι βαριεστισμένο χωρίς ευωδιά,
στην άλλη ζωή μια γυναίκα μου έλεγε μπορείς να γγίξεις αυτό το χέρι
κι είναι δικό σου αυτό το τριαντάφυλλο είναι δικό σου μπορείς να το πάρεις
τώρα ή αργότερα, όταν θελήσεις.
Κατεβαίνω καπνίζοντας ολοένα, τα σκαλοπάτια
τα τριαντάφυλλα κατεβαίνουν μαζί μου ερεθισμένα
κι έχουνε κάτι στο φέρσιμό τους απ’ τη φωνή
στη ρίζα της κραυγής εκεί που αρχίζει
να φωνάζει ο άνθρωπος: «μάνα» ή «βοήθεια»
ή τις μικρές άσπρες φωνές του έρωτα.
Είναι ένας μικρός κήπος όλο τριανταφυλλιές
λίγα τετραγωνικά μέτρα που χαμηλώνουν μαζί μου
καθώς κατεβαίνω τα σκαλοπάτια, χωρίς ουρανό·
κι η θεία της έλεγε: «Αντιγόνη ξέχασες σήμερα τη γυμναστική σου
στην ηλικία σου δε φορούσα κορσέ, στην εποχή μου».
Η θεία της ήταν ένα θλιβερό κορμί μ’ ανάγλυφες φλέβες
είχε πολλές ρυτίδες γύρω στ’ αφτιά μια ετοιμοθάνατη μύτη
αλλά τα λόγια της ήταν γεμάτα φρόνηση πάντα.
Την είδα μια μέρα να γγίζει το στήθος της Αντιγόνης
σαν το μικρό παιδί που κλέβει ένα μήλο.
Τάχα θα τη συναπαντήσω τη γριά γυναίκα έτσι που κατεβαίνω;
Μου είπε σαν έφυγα: «Ποιός ξέρει πότε θα ξαναβρεθούμε;»
κι έπειτα διάβασα το θάνατό της σε παλιές εφημερίδες
το γάμο της Αντιγόνης και το γάμο της κόρης της Αντιγόνης
χωρίς να τελειώσουν τα σκαλοπάτια μήτε ο καπνός μου
που μου δίνει μια γέψη στοιχειωμένου καραβιού
με μια γοργόνα σταυρωμένη τότες που ήταν όμορφη, πάνω στο τιμόνι.
.
Κορυτσά, καλοκαίρι 1937
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
--------------------------------
Nota:
O Falecido Mattia Pascal é um romance em que Luigi Pirandello explora os mistérios de identidade. Nele se conta a história de um homem que, cansado da sua vida de arquivista e do casamento, decide viajar até Monte Carlo, onde a sorte lhe permite obter no casino uma enorme fortuna. É no regresso a casa que toma conhecimento de que, por engano, foi considerado morto. Decide começar uma nova vida com fortuna e outro nome, pensando assim libertar-se de compromissos e obrigações. Aqui vão duas traduções: (O falecido Mattia Pascal. Luigi Pirandello - tradução Silvia Massimini Felix.
editora Unesp, 2020 // O falecido Mattia Pascal. Luigui Pirandello. tradução Francisco Degani e Rômulo Antonio Giovelli. editora
Nova Alexandria, 2007)
§§
O sol nosso
Este sol era o meu e era o teu: o sol que partilhamos
Quem sofre atrás da dourada cortina de seda quem está morrendo?
Uma mulher gritava batendo o peito murcho: "Seus covardes
pegaram meus filhos e os fizeram em pedaços, mataram-nos, vocês,
enquanto absortos numa cisma cega olhavam com estranha expressão no rosto
os vaga-lumes da noite."
O sangue secava na mão que enverdecia sob as árvores,
um guerreiro dormia apertando contra si a lança que lhe iluminava o flanco.
Este sol era o nosso, nada víamos além da franja de ouro
mais tarde vieram os mensageiros ofegantes sujos
balbuciando sílabas confusas
vinte dias e noites sobre a terra estéril só espinhos
vinte dias e noites sentindo o sangue empapar o ventre dos cavalos
sem deferem-se um minuto para beber água de chuva.
Disseste que repousassem primeiro, depois falassem, a luz te havia ofuscado.
Expiraram dizendo: “Não temos tempo” e tocando alguns raios;
tu bem sabias que ninguém repousa.
Uivava uma mulher “Covardes” como um cão na noite;
teria sido outrora bela como és,
com a úmida boca, as veias vivas sob a pele
com o amor.
Este sol era nosso; tomaste-o inteiro, não querias seguir-me
e foi por trás do ouro e da seda que fiquei sabendo destas coisas;
não tínhamos tempo. Os mensageiros disseram a verdade.
**
Ο δικός μας ήλιος
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε
ποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει;
Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της: «Δειλοί
μου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε
κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες
αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή».
Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο
ένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό.
Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια
αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοι
τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες
είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια
είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγων
κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής.
Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν, σε είχε θαμπώσει το φως.
Ξεψύχησαν λέγοντας: «Δεν έχουμε καιρό» γγίζοντας κάτι αχτίδες·
ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται.
Ούρλιαζε μια γυναίκα: «Δειλοί» σαν το σκυλί τη νύχτα
θα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα
με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ’ το δέρμα
με την αγάπη.
Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας· τον κράτησες ολόκληρο δε θέλησες να μ’ ακολουθήσεις
κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι και το μετάξι·
δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
O último dia
Era um dia nublado. Ninguém decidia.
Soprava uma brisa leve. “Não é o vento leste, é o siroco” disse alguém.
Alguns magros ciprestes espetados na encosta e o mar
cinzento com lagoas de luz um pouco adiante.
Os soldados apresentavam armas quando começou a chuviscar.
“Não é o vento leste, é o siroco” foi a única decisão que se escutou.
E no entanto sabíamos que na manhã seguinte não nos restaria
mais nada, nem a mulher que ao nosso lado bebe o sono,
nem a lembrança de que um dia fomos homens,
mais nada na manhã seguinte.
“Este vento traz à mente a primavera”, dizia a amiga
que passeava comigo a olhar para longe “a primavera
que de repente fez baixar o inverno sobre o mar fechado.
Tão inesperado. Tantos anos se passaram. Como morreremos?”
Uma marcha fúnebre zanzava pela chuva fina.
Como morre um homem? Estranho que ninguém pensasse nisso.
E para os que pensaram era como recordações de velhas crônicas
do tempo dos cruzados e da batalha naval de Salamina.
E no entanto a morte é coisa que acontece; como morre um homem?
E no entanto cada um recebe a sua morte, a sua própria morte, que não pertence a mais ninguém
e a vida é esse jogo.
Baixava a luz sobre o dia nublado, ninguém decidia.
Na manhã seguinte não nos restaria nada: rendição total; sequer as nossas mãos;
e nossas mulheres servindo aos estrangeiros, nossos filhos nas pedreiras.
Passeando comigo minha amiga cantava uma canção estropiada:
“A primavera, o verão, raiás...”
Vinham à lembrança velhos mestres que nos deixaram órfãos.
Passou um casal a conversar:
“Eu me cansei da tarde, vamos para casa vamos acender a luz de casa.”
.
................................................. Atenas, fevereiro de 39
**
Ἡ τελευταία μέρα
Ἦταν ἡ μέρα συννεφιασμένη. Κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε
φυσοῦσε ἕνας ἀγέρας ἀλαφρύς: «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» εἶπε κάποιος.
Κάτι λιγνὰ κυπαρίσσια καρφωμένα στὴν πλαγιὰ κι ἡ θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιὸ πέρα.
Οἱ στρατιῶτες παρουσίαζαν ὅπλα σὰν ἄρχισε νὰ ψιχαλίζει.
«Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» ἡ μόνη ἀπόφαση ποὺ ἀκούστηκε.
Κι ὅμως τὸ ξέραμε πὼς τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε
τίποτε πιά, μήτε ἡ γυναίκα πίνοντας πλάι μας τὸν ὕπνο
μήτε ἡ ἀνάμνηση πὼς ἤμασταν κάποτες ἄντρες,
τίποτε πιὰ τὴν ἄλλη αὐγή.
«Αὐτὸς ὁ ἀγέρας φέρνει στὸ νοῦ τὴν ἄνοιξη» ἔλεγε ἡ φίλη
περπατώντας στὸ πλευρό μου κοιτάζοντας μακριὰ «τὴν ἄνοιξη
ποὺ ἔπεσε ξαφνικὰ τὸ χειμώνα κοντὰ στὴν κλειστὴ θάλασσα.
Τόσο ἀπροσδόκητα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Πῶς θὰ πεθάνουμε;»
Ἕνα νεκρώσιμο ἐμβατήριο τριγύριζε μὲς στὴν ψιλὴ βροχή.
Πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας; Παράξενο κανένας δὲν τὸ συλλογίστηκε.
Κι ὅσοι τὸ σκέφτηκαν ἦταν σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ παλιὰ χρονικὰ
τῆς ἐποχῆς τῶν Σταυροφόρων ἢ τῆς ἐν - Σαλαμίνι - ναυμαχίας.
Κι ὅμως ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ γίνεται- πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας;
Κι ὅμως κερδίζει κανεὶς τὸ θάνατό του, τὸ δικό του θάνατο, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ κανέναν ἄλλον
καὶ τοῦτο τὸ παιχνίδι εἶναι ἡ ζωή.
Χαμήλωνε τὸ φῶς πάνω ἀπὸ τὴ συννεφιασμένη μέρα, κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε.
Τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε τίποτε- ὅλα παραδομένα- μήτε τὰ χέρια μας-
κι οἱ γυναῖκες μας ξενοδουλεύοντας στὰ κεφαλόβρυσα καὶ τὰ παιδιά μας στὰ λατομεῖα.
Ἡ φίλη μου τραγουδοῦσε περπατώντας στὸ πλευρό μου ἕνα τραγούδι σακατεμένο:
«Τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, ραγιάδες...»
Θυμότανε κανεὶς γέροντες δασκάλους ποὺ μᾶς ἄφησαν ὀρφανούς.
Ἕνα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:
«Βαρέθηκα τὸ δειλινό, πᾶμε στὸ σπίτι μας
πᾶμε στὸ σπίτι μας ν᾿ ἀνάψουμε τὸ φῶς».
.
Ἀθήνα, Φεβ. ’39
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
A manhã toda olhamos em redor da fortaleza
a começar do lado da sombra, sítio em que
o verde mar sem brilhos, arnês de pavão morto,
nos acolheu como um tempo sem lacunas.
As estrias da rocha desciam lá do alto:
vinha nua e torcida, seus múltiplos sarmentos
reviviam ao toque da água e o olho a acompanhá-los
lutava por escapar ao fatigante embalo
cuja força ia sempre declinando.
Pelo lado do sol, uma longa praia aberta
e a luz a lapidar diamantes na muralha.
Nenhum ser vivo: as pombas, fugitivas,
e o rei de Assine, que há dois anos procurávamos,
ignoto, esquecido de todos, e de Homero
uma só palavra na Ilíada, mas dúbia,
ali deixada qual fúnebre máscara d'ouro.
Tocaste-a – lembras o som? –, vazio dentro da luz,
jarro seco no chão escavado,
e o mesmo som no mar aos nossos remos.
O rei de Assine, um oco sob a máscara,
em toda parte conosco, conosco sempre, sob um nome:
"Assíne te... Assíne te..."
.................................................e seus filhos estátuas
e suas ânsias um tatalar de asa de pássaro e vento
soprando-lhe entre as cismas, seus navios
ancorados em porto indiscernível,
por sob a máscara, um oco.
Além dos olhos grandes, da curva dos lábios, dos anéis dos cabelos
inscrito no ouro que nos cobre a existência,
um ponto tenebroso viaja como peixe
em meio à calma matinal do mar, e ali o vês:
vai um vazio conosco a toda parte.
E a ave que se foi de asa quebrada
a um refúgio de vida no outro inverno,
e a moça que fugiu para folgar
entre os dentes caninos do verão,
e a alma lamentosa buscando o mundo ínfero,
e o sítio, larga folha de plátano que o sol leva no seu fluxo
com os velhos monumentos e o pesar coevo.
E o poeta que se atrasa a contemplar as pedras pergunta a si próprio:
acaso subsiste,
entre estas arestas confusas, picos e cimos, ocos e curvas,
acaso subsiste
neste passo da chuva, do vento, da ruína,
subsiste o trejeito do rosto, a forma dos afetos
daqueles que estranhamente minguaram em nossa vida,
que ficaram como sombra nas vagas, pensamento no mar infindo?
Nem isso talvez deles sobrasse; nada, além do peso
ou nostalgia do peso de uma existência viva,
aqui onde ora estamos incorpóreos, pensos
como os ramos de um salgueiro terrível, tombado sobre o vão do desespero,
enquanto, citrino e lento, o rio arrasta para o lodo juncos extirpados,
forma feita em pedra em amargor perpétuo, pertinaz.
O poeta, um vazio.
Com seu escudo, o sol ascende, combatendo,
e do fundo da caverna um pávido morcego
inflete contra a luz qual seta contra o escudo –
"Assíne te... Assíne te": ali estava o rei de Assine
que nesta acrópole com tal ânsia procuramos,
nossos dedos lhe aflorando os rastros sobre as pedras.
.
............................................ Assine, verão de 1938; Atenas, janeiro de 1940
**
Ὁ Βασιλιᾶς τῆς Ἀσίνης
Κοιτάξαμε ὅλο τὸ πρωὶ γύρω-γύρω τὸ κάστρο
ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἴσκιου ἐκεῖ ποὺ ἡ θάλασσα
πράσινη καὶ χωρὶς ἀναλαμπή, τὸ στῆθος σκοτωμένου παγωνιοῦ
Μᾶς δέχτηκε ὅπως ὁ καιρὸς χωρὶς κανένα χάσμα.
Οἱ φλέβες τοῦ βράχου κατέβαιναν ἀπὸ ψηλὰ
στριμμένα κλήματα γυμνὰ πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ ἄγγιγμα τοῦ νεροῦ, καθὼς τὸ μάτι ἀκολουθώντας τις
πάλευε νὰ ξεφύγει τὸ κουραστικὸ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ὁλοένα.
Ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ἥλιου ἕνας μακρὺς γιαλὸς ὁλάνοιχτος
καὶ τὸ φῶς τρίβοντας διαμαντικὰ στὰ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανὸ τ᾿ ἀγριοπερίστερα φευγάτα
κι ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ποὺ τὸν γυρεύουμε δυὸ χρόνια τώρα
ἄγνωστος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους κι ἀπὸ τὸν Ὅμηρο
μόνο μία λέξη στὴν Ἰλιάδα κι ἐκείνη ἀβέβαιη
ριγμένη ἐδῶ σὰν τὴν ἐντάφια χρυσὴ προσωπίδα.
Τὴν ἄγγιξες, θυμᾶσαι τὸν ἦχο της; κούφιο μέσα στὸ φῶς
σὰν τὸ στεγνὸ πιθάρι στὸ σκαμμένο χώμα-
κι ὁ ἴδιος ἦχος μὲς στὴ θάλασσα μὲ τὰ κουπιά μας.
Ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης ἕνα κενὸ κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα
παντοῦ μαζί μας παντοῦ μαζί μας, κάτω ἀπὸ ἕνα ὄνομα:
«Ἀσίνην τε... Ἀσίνην τε...»
....................................................... καὶ τὰ παιδιά του ἀγάλματα
κι οἱ πόθοι του φτερουγίσματα πουλιῶν κι ὁ ἀγέρας
στὰ διαστήματα τῶν στοχασμῶν του καὶ τὰ καράβια του
ἀραγμένα σ᾿ ἄφαντο λιμάνι-
κάτω ἀπ᾿ τὴν προσωπίδα ἕνα κενό.
Πίσω ἀπὸ τὰ μεγάλα μάτια τὰ καμπύλα χείλια τοὺς βοστρύχους
ἀνάγλυφα στὸ μαλαματένιο σκέπασμα τῆς ὕπαρξής μας
ἕνα σημεῖο σκοτεινὸ ποὺ ταξιδεύει σὰν τὸ ψάρι
μέσα στὴν αὐγινὴ γαλήνη τοῦ πελάγου καὶ τὸ βλέπεις:
ἕνα κενὸ παντοῦ μαζί μας.
Καὶ τὸ πουλὶ ποὺ πέταξε τὸν ἄλλο χειμώνα
μὲ σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωῆς,
κι ἡ νέα γυναίκα ποὺ ἔφυγε νὰ παίξει
μὲ τὰ σκυλόδοντα τοῦ καλοκαιριοῦ
κι ἡ ψυχὴ ποὺ γύρεψε τσιρίζοντας τὸν κάτω κόσμο
κι ὁ τόπος σὰν τὸ μεγάλο πλατανόφυλλο ποὺ παρασέρνει ὁ χείμαρρος τοῦ ἥλιου
μὲ τ᾿ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ τὴ σύγχρονη θλίψη.
Κι ὁ ποιητὴς ἀργοπορεῖ κοιτάζοντας τὶς πέτρες κι ἀνα-ρωτιέται
ὑπάρχουν ἄραγε
ἀνάμεσα στὶς χαλασμένες τοῦτες γραμμὲς τὶς ἀκμὲς τὶς αἰχμὲς τὰ κοῖλα καὶ τὶς καμπύλες
ὑπάρχουν ἄραγε
ἐδῶ ποὺ συναντιέται τὸ πέρασμα τῆς βροχῆς τοῦ ἀγέρα καὶ τῆς φθορᾶς
ὑπάρχουν, ἡ κίνηση τοῦ προσώπου τὸ σχῆμα τῆς στοργῆς
ἐκείνων ποὺ λιγόστεψαν τόσο παράξενα μὲς στὴ ζωή μας
αὐτῶν ποὺ ἀπόμειναν σκιὲς κυμάτων καὶ στοχασμοὶ μὲ τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ πελάγου
ἢ μήπως ὄχι δὲν ἀπομένει τίποτε παρὰ μόνο τὸ βάρος
ἡ νοσταλγία τοῦ βάρους μιᾶς ὕπαρξης ζωντανῆς
ἐκεῖ ποὺ μένουμε τώρα ἀνυπόστατοι λυγίζοντας
σὰν τὰ κλωνάρια τῆς φριχτῆς ἰτιᾶς σωριασμένα μέσα στὴ διάρκεια τῆς ἀπελπισίας
ἐνῶ τὸ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ἀργὰ βοῦρλα ξεριζωμένα μὲς στὸ βοῦρκο
εἰκόνα μορφῆς ποὺ μαρμάρωσε μὲ τὴν ἀπόφαση μιᾶς πί-κρας παντοτινῆς.
Ὁ ποιητὴς ἕνα κενό.
Ἀσπιδοφόρος ὁ ἥλιος ἀνέβαινε πολεμώντας
κι ἀπὸ τὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς μία νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στὸ φῶς σὰν τὴ σαΐτα πάνω στὸ σκουτάρι:
«Ἀσίνην τε Ἀσίνην τε...». Νἄ ῾ταν αὐτὴ ὁ βασιλιὰς τῆς Ἀσίνης
ποὺ τὸν γυρεύουμε τόσο προσεχτικὰ σὲ τούτη τὴν ἀκρό-πόλη
ἀγγίζοντας κάποτε μὲ τὰ δάχτυλά μας τὴν ὑφή του πάνω στὶς πέτρες.
.
Ἀσίνη, καλοκαίρι ῾38 - Ἀθήνα, Γεν. ῾40
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
O vulto do destino
Fábula historiada em nosso coração como
escuna de prata diante da iconóstase de uma
igreja vazia, julho na ilha
O vulto do destino sobre o nascer de uma criança
o giro dos astros e o vento numa escura noite de fevereiro
velhas com receitas subindo por escadas que rangem
e no pátio os ramos da vinha secos e desnudos.
O vulto do destino coberto com um lenço negro sobre o berço da criança
sorriso enigmático e pálpebras baixadas e o peito branco como leite
e a porta que se abria e o capitão curtido pelo mar
atirando o seu gorro molhado a um baú.
Esses rostos e acontecimentos te seguiam
quando na praia desenrolavas o fio para as redes
e quando a navegar de vento em popa fitavas as depressões das ondas;
em todos os mares, em todos os golfos
eles estavam contigo e eram a vida difícil e eram a alegria
Eu agora não sei ler mais longe
porque te puseram em cadeias, porque trespassaram-te com uma baioneta,
porque certa noite no bosque te arrancaram à tua mulher
que te olhava fixamente e não sabia o que dizer,
porque privaram-te de luz de mar de pão.
Como fomos, companheiro, cair na cloaca do medo?
Não era o teu destino, tampouco o que me estava escrito,
nunca vendemos nem compramos tal mercadoria;
quem é que ordena e mata às nossas costas?
Deixa não perguntes; três cavalos vermelhos na cocheira
dão voltas sobre ossadas humanas e têm os olhos vendados,
deixa não perguntes: o sangue, o sangue
há de se erguer certa manhã como São Jorge cavaleiro
para cravar com sua lança o dragão ao solo.
.
................................................................. Em outubro de 1941
**
Η μορφή της Μοίρας
Ιστορισμένα παραμύθια στην καρδιά μας
σαν ασημένια σκούνα μπρος στο τέμπλο
μιας άδειας εκκλησιάς, Ιούλιο στο νησί.
Γ. Σ.
Η μορφή της μοίρας πάνω απ’ τη γέννηση ενός παιδιού,
γύροι των άστρων κι ο άνεμος μια σκοτεινή βραδιά του Φλεβάρη,
γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που τρίζουν
και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην αυλή.
Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας μαυρομαντιλούσας
χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα και στήθος άσπρο σαν το γάλα
κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρμένος
πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.
Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθούσαν
καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δίχτυα
κι όταν ακόμη αρμενίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το λάκκο των κυμάτων·
σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους
ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.
Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω,
γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, γιατί σε τρύπησαν με τη λόγχη,
γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος από τη γυναίκα
που κοίταζε στυλώνοντας τα μάτια και δεν ήξερε καθόλου να μιλήσει,
γιατί σου στέρησαν το φως το πέλαγο το ψωμί.
Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;
Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα γραμμένα,
ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πραμάτεια·
ποιός είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω από μας;
Άφησε μη ρωτάς· τρία κόκκινα άλογα στ’ αλώνι
γυρίζουν πάνω σ’ ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια δεμένα,
άφησε μη ρωτάς, περίμενε· το αίμα, το αίμα
ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον αϊ-Γιώργη τον καβαλάρη
για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το δράκοντα.
.
1η Οχτώβρη 1941
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Strátis marinheiro entre os agapantos
Não há asfódelos nem violetas nem jacintos aqui;
como falar então aos mortos?
Os mortos só conhecem a linguagem das flores;
por isso calam
viajam e calam, padecem e calam
na terra dos sonhos na terra dos sonhos.
Se eu me puser a cantar, gritarei
e se gritar
os agapantos me imporão silêncio
erguendo a mãozinha azul de menino da Arábia
ou seus passos de ganso no ar.
É difícil, oneroso; não me bastam os vivos;
primeiro porque não falam e depois
porque eu preciso interrogar os mortos
para poder seguir.
Não há outra maneira; mal me vem o sono
os companheiros rompem os cordéis de prata
e o odre dos ventos se esvazia.
Eu o encho, esvazia-se; eu o encho, esvazia-se;
acordo
como peixe dourado a nadar entre as intermitências
do relâmpago,
e o vento, o dilúvio, os cadáveres humanos
e os agapantos cravados como setas
do destino na terra sequiosa
sacudidos por gestos espasmódicos,
dir-se-ia levados numa velha carroça,
a rolar por ínvios caminhos, pavimentos decrépitos
os agapantos, asfódelos dos negros:
como hei de aprender tal religião?
A primeira coisa que Deus fez foi o amor
depois veio o sangue
e a sede de sangue
implantada
pelo sêmen do corpo, como sal.
A primeira coisa que Deus fez foi a longa viagem;
e a casa à espera
e o fumo azulado
e o velho cão
aguardando, para expirar, tão-só a volta do seu dono.
Mas é preciso que os mortos me esclareçam
e os agapantos os deixam taciturnos,
como o fundo do mar ou a água do copo.
Os companheiros permanecem nos palácios de Circe;
Elpenor meu caro! o meu tolo, o meu pobre Elpenor!
Eh! não o vedes ali?
(“Socorro!”)
De Psará a negra serrania.
.
....................................................................... Transvaal, 14 de janeiro de 42
**
Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους
Δεν έχει ασφοδίλια, μενεξέδες, μήτε υάκινθους·
πώς να μιλήσεις με τους πεθαμένους.
Οι πεθαμένοι ξέρουν μονάχα τη γλώσσα των λουλουδιών·
γι’ αυτό σωπαίνουν
ταξιδεύουν και σωπαίνουν, υπομένουν και σωπαίνουν
παρὰ δῆμον ὀνείρων, παρὰ δῆμον ὀνείρων.
Αν αρχίσω να τραγουδώ θα φωνάξω
κι α φωνάξω—
Οι αγάπανθοι προστάζουν σιωπή
σηκώνοντας ένα χεράκι μαβιού μωρού της Αραβίας
ή ακόμη τα πατήματα μιας χήνας στον αέρα.
Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί·
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
Αλλιώς δε γίνεται, μόλις με πάρει ο ύπνος
οι σύντροφοι κόβουνε τους ασημένιους σπάγγους
και το φλασκί των ανέμων αδειάζει.
Το γεμίζω κι αδειάζει, το γεμίζω κι αδειάζει·
ξυπνώ
σαν το χρυσόψαρο κολυμπώντας
μέσα στα χάσματα της αστραπής,
κι ο αγέρας κι ο κατακλυσμός και τ’ ανθρώπινα σώματα,
κι οι αγάπανθοι καρφωμένοι σαν τις σαΐτες της μοίρας
στην αξεδίψαστη γης
συγκλονισμένοι από σπασμωδικά νοήματα,
θα ’λεγες είναι φορτωμένοι σ’ ένα παμπάλαιο κάρο
κατρακυλώντας σε χαλασμένους δρόμους, σε παλιά καλντερίμια,
οι αγάπανθοι τ’ ασφοδίλια των νέγρων:
Πώς να τη μάθω ετούτη τη θρησκεία;
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα
που την κεντρίζει
το σπέρμα του κορμιού καθώς τ’ αλάτι.
Το πρώτο πράγμα που έκανε ο θεός είναι το μακρινό ταξίδι·
εκείνο το σπίτι περιμένει
μ’ ένα γαλάζιο καπνό
μ’ ένα σκυλί γερασμένο
περιμένοντας για να ξεψυχήσει το γυρισμό.
Μα πρέπει να μ’ αρμηνέψουν οι πεθαμένοι·
είναι οι αγάπανθοι που τους κρατούν αμίλητους,
όπως τα βάθη της θάλασσας ή το νερό μες στο ποτήρι.
Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης·
ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!
Ή, δεν τους βλέπεις;
—«Βοηθήστε μας!»—
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη.
.
Τράνσβααλ, 14 Γενάρη 1942
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Um velho à beira-rio
.......................................................a Nánis Panaghiatópoulos
E no entanto é preciso ponderar como avançamos.
Sentir não basta nem pensar nem mover-se
nem arriscares o corpo na antiga seteira
quando o azeite fervente e o chumbo derretido são despejados pela muralha abaixo.
E no entanto é preciso ponderar para onde vamos
não como o quer o nosso sofrimento, nossos filhos esfaimados,
nem o apelo entrecortado dos companheiros na outra margem,
nem tampouco o murmúrio da luz baça do hospital improvisado
o brilho do estojo de farmácia à cabeceira do rapaz operado ao meio-dia;
mas de alguma outra maneira, eu dizia como
esse largo rio que vem dos grandes lagos fechados nas profundezas da África
e que foi deus em outros tempos e tornou-se depois um caminho, doador, juiz e delta,
rio que não é nunca o mesmo, como ensinavam os antigos letrados
e mantém todavia sempre o mesmo corpo, o mesmo leito, o mesmo Signo,
a mesma orientação.
Não quero mais do que falar singelamente, concedam-me essa graça
pois sobrecarregamos nosso canto de tantas músicas que ele vai aos poucos naufragando
e enfeitamos tanto a nossa arte que seu rosto foi comida pelos ouropéis;
já é tempo de dizer nossas poucas palavras porque nossa alma abre velas amanhã.
Se é humano o sofrimento nós não somos homens só para sofrer
é por isso que penso tanto ultimamente nesse grande rio
nesse significado que avança por entre plantas e ervas
e no gado que pasce e bebe e nos homens que semeiam e colhem
e também nos grandes túmulos e nas casinholas dos mortos;
essa corrente que segue seu caminho e que não é tão diferente do sangue dos homens
nem dos olhos dos homens quando olham para além sem temor no coração,
sem se inquietar com as pequenas ou grandes coisas do seu dia-a-dia,
quando olham para além como o viajante que costuma aferir sua rota pelos astros,
não como nós olhando, há dias, o horto murado de uma adormecida casa arábica,
atrás da treliça, o fresco jardinzinho que mudava de aspecto, aumentava e diminuía,
tal como nós também mudávamos enquanto olhávamos a forma do nosso desejo e
do nosso coração
no pino do dia, nós a massa paciente de um mundo que nos repele e nos molda,
nós presos nas redes cambiantes de uma vida que era justa e fez-se pó e se afundou
na areia
deixando atrás de si só esse indefinido balouço, que nos aturde, de uma alta palmeira.
.
......................................................... Cairo, 20 de junho de 42
**
Ένας γέροντας στην ακροποταμιά
.............................................................. Στον Νάνη Παναγιωτόπουλο
Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.
Να αισθάνεσαι δε φτάνει μήτε να σκέπτεσαι μήτε να κινείσαι
μήτε να κινδυνεύει το σώμα σου στην παλιά πολεμίστρα,
όταν το λάδι ζεματιστό και το λιωμένο μολύβι αυλακώνουνε τα τειχιά.
Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,
όχι καθώς ο πόνος μας το θέλει και τα πεινασμένα παιδιά μας
και το χάσμα της πρόσκλησης των συντρόφων από τον αντίπερα γιαλό·
μήτε καθώς το ψιθυρίζει το μελανιασμένο φως στο πρόχειρο νοσοκομείο,
το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στο προσκέφαλο του παλικαριού που χειρουργήθηκε
το μεσημέρι·
αλλά με κάποιον άλλο τρόπο, μπορεί να θέλω να πω καθώς
το μακρύ ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρική
και ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα·
που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,
κι ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα, και το ίδιο Σημείο,
ο ίδιος προσανατολισμός.
Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το
πρόσωπό της
κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.
Αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε
γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τις μέρες, το μεγάλο ποτάμι
αυτό το νόημα που προχωρεί ανάμεσα σε βότανα και σε χόρτα
και ζωντανά που βόσκουν και ξεδιψούν κι ανθρώπους που σπέρνουν και που θερίζουν
και σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών.
Αυτό το ρέμα που τραβάει το δρόμο του και που δεν είναι τόσο διαφορετικό από το
αίμα των ανθρώπων
κι από τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια - πέρα χωρίς το φόβο μες στην
καρδιά τους,
χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα ή έστω και για τα μεγάλα·
όταν κοιτάζουν ίσια - πέρα καθώς ο στρατοκόπος που συνήθισε ν’ αναμετρά το
δρόμο του με τ’ άστρα,
όχι όπως εμείς, την άλλη μέρα, κοιτάζοντας το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο
αράπικο σπίτι,
πίσω από τα καφασωτά, το δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει σχήμα, να μεγαλώνει και
να μικραίνει·
αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, το σχήμα του πόθου μας και της καρδιάς μας,
στη στάλα του μεσημεριού, εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας
διώχνει και που μας πλάθει,
πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που ήτανε σωστή κι έγινε σκόνη
και βούλιαξε μέσα στην άμμο
αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε
...μιας αψηλής φοινικιάς.
Κάιρο, 20 Ιουνίου 1942
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Lembrança I
e o mar não mais existe
Eu sozinho com uma flauta nas mãos;
a noite deserta a lua no minguante
e a terra a recender da última chuva.
Murmurei: “Onde quer que a toque, a lembrança me dói,
céu há pouco, o mar já não existe;
o que matam de dia, com carretas o esvaziam atrás do monte.”
Meus dedos brincavam distraídos com a flauta
que um velho pastor me deu porque lhe desejei boa-tarde;
os outros aboliram cumprimentos:
despertam, barbeiam-se e começam a matança diária,
como se poda ou se opera, metodicamente, sem paixão;
a dor é um cadáver como Pátroclo e ninguém comete enganos.
Pensei em tocar uma ária mas tive vergonha das pessoas
que me vêem além da noite dentro da minha luz
tecida pelos corpos vivos, pelos corações desnudos
e pelo amor que pertence tanto às Fúrias
como ao homem e à pedra e à água e à erva
e ao bicho que olha a morte de frente quando ela o vem buscar.
Foi assim que avancei pela vereda escura
de volta ao meu jardim onde cavei um buraco e sepultei a flauta
e tornei a murmurar: “Um dia haverá ressurreição,
quando na primavera as árvores brilharem, a rósea manhã irá resplandecer,
voltará o mar e outra vez Afrodite surgirá das ondas;
Nós somos a semente que morre.” E entrei na minha casa vazia.
**
Μνήμη, Α΄
καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι
Κι εγώ στα χέρια μου μόνο μ’ ένα καλάμι·
ήταν έρημη η νύχτα το φεγγάρι στη χάση
και μύριζε το χώμα από την τελευταία βροχή.
Ψιθύρισα· «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί,
ο ουρανός είναι λίγος, θάλασσα πια δεν υπάρχει,
ό,τι σκοτώνουν τη μέρα τ’ αδειάζουν με κάρα πίσω απ’ τη ράχη».
Τα δάχτυλά μου παίζανε ξεχασμένα μ’ αυτή τη φλογέρα
που μου χάρισε ένας γέροντας βοσκός επειδή τού ειπα καλησπέρα·
οι άλλοι ξέγραψαν κάθε χαιρετισμό·
ξυπνούν, ξυρίζουνται, κι αρχίζουν μεροκάματο το σκοτωμό,
όπως κλαδεύεις ή χειρουργείς, μεθοδικά, χωρίς πάθος·
ο πόνος νεκρός σαν τον Πάτροκλο και κανείς δεν κάνει λάθος.
Συλλογίστηκα να φυσήξω ένα σκοπό κι έπειτα ντράπηκα τον άλλο κόσμο
αυτόν που με βλέπει πέρ’ απ’ τη νύχτα μέσ’ απ’ το φως μου
που υφαίνουν τα κορμιά ζωντανά, οι καρδιές γυμνές
κι η αγάπη που ανήκει και στις Σεμνές
καθώς και στον άνθρωπο και στην πέτρα και στο νερό και στο χορτάρι
και στο ζώο που κοιτάει κατάματα το θάνατο που έρχεται να το πάρει.
Έτσι προχώρεσα στο σκοτεινό μονοπάτι
κι έστριψα στο περβόλι μου κι έσκαψα κι έθαψα το καλάμι
και πάλι ψιθύρισα· «Θα γίνει η ανάσταση μιαν αυγή,
πως λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η μαρμαρυγή,
θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη·
είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει». Και μπήκα στ’ αδειανό μου το σπίτι.
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Lembrança, II
..........................Éfeso
Falava sentado sobre um mármore
que parecia resto de um antigo pórtico;
à direita, intérmino e vazio, o campo;
à esquerda, as sombras do monte que baixavam:
“O poema está em toda parte. Tua voz
por vezes se avizinha do seu flanco
como o golfinho que acompanha fugazmente
um navio dourado sob o sol
e de novo some. Está em toda parte
o poema, como as asas do ar que dentro do ar
roçam por um instante as asas da gaivota.
Igual e diverso em nossa vida, como se transforma
o rosto que no entanto permanece o mesmo
da mulher a desnudar-se. Sabe-o
quem amou; à luz dos outros
o mundo se consome; lembra-te porém
“São o mesmo o Hades e Dioniso.”
Disse e foi-se embora pela estrada larga
que leva ao porto de outros tempos, ora em ruínas
além dos juncos. Dir-se-ia
ser o lusco-fusco um bicho que morre,
assim tão nu.
..........................Lembro-me ainda:
eu viajava por promontórios jônicos, conchas vazias de teatros
onde só o lagarto rasteja sobre a pedra árida
e perguntei-lhe: “Voltará a encher-se?”
Replicou-me: “Na hora da morte pode ser.”
E correu gritando até a orquestra:
“Deixem-me escutar o meu irmão!”
E era áspero o silêncio à nossa volta
sem traço algum no cristal do céu azul.
**
Μνήμη, Β΄
..........................Έφεσος
Μιλούσε καθισμένος σ’ ένα μάρμαρο
που έμοιαζε απομεινάρι αρχαίου πυλώνα·
απέραντος δεξιά κι άδειος ο κάμπος
ζερβά κατέβαιναν απ’ το βουνό τ’ απόσκια:
«Είναι παντού το ποίημα. Η φωνή σου
καμιά φορά προβαίνει στο πλευρό του
σαν το δελφίνι που για λίγο συντροφεύει
μαλαματένιο τρεχαντήρι μες στον ήλιο
και πάλι χάνεται. Είναι παντού το ποίημα
σαν τα φτερά του αγέρα μες στον αγέρα
που άγγιξαν τα φτερά του γλάρου μια στιγμή.
Ίδιο και διάφορο από τη ζωή μας, πως αλλάζει
το πρόσωπο κι ωστόσο μένει το ίδιο
γυναίκας που γυμνώθηκε. Το ξέρει
όποιος αγάπησε· στο φως των άλλων
ο κόσμος φθείρεται· μα εσύ θυμήσου
Άδης και Διόνυσος είναι το ίδιο».
Είπε, και πήρε το μεγάλο δρόμο
που πάει στ’ αλλοτινό λιμάνι, χωνεμένο τώρα
πέρα στα βούρλα. Το λυκόφως
θα ’λεγες για το θάνατο ενός ζώου,
τόσο γυμνό.
.......................... Θυμάμαι ακόμη·
ταξίδευε σ’ άκρες ιωνικές, σ’ άδεια κοχύλια θεάτρων
όπου μονάχα η σαύρα σέρνεται στη στεγνή πέτρα,
κι εγώ τον ρώτησα: «Κάποτε θα ξαναγεμίσουν;»
Και μ’ αποκρίθηκε: «Μπορεί, την ώρα του θανάτου».
Κι έτρεξε στην ορχήστρα ουρλιάζοντας:
«Αφήστε με ν’ ακούσω τον αδερφό μου!»
Κι ήταν σκληρή η σιγή τριγύρω μας
κι αχάραχτη στο γυαλί του γαλάζιου.
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή βροχή
και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια.
Ασήμαντες οι κολόνες· μονάχα ο Άγιος Επιφάνιος
δείχνοντας μουντά, χωνεμένη τη δύναμη της πολύχρυσης αυτοκρατορίας.
Τα νέα κορμιά περάσαν απεδώ, τα ερωτεμένα·
παλμοί στους κόλπους, ρόδινα κοχύλια και τα σφυρά
τρέχοντας άφοβα πάνω στο νερό
κι αγκάλες ανοιχτές για το ζευγάρωμα του πόθου.
Κύριος επί υδάτων πολλών,
πάνω σ’ αυτό το πέρασμα.
Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.
Δεν είδα πρόσωπα· σα γύρισα είχαν φύγει.
Όμως βαριά η φωνή σαν το περπάτημα καματερού,
έμεινε εκεί στις φλέβες τ’ ουρανού στο κύλισμα της θάλασσας
μέσα στα βότσαλα πάλι και πάλι:
«Η γης δεν έχει κρικέλια
για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν
μήτε μπορούν, όσο κι αν είναι διψασμένοι
να γλυκάνουν το πέλαγο με νερό μισό δράμι.
Και τούτα τα κορμιά
πλασμένα από ένα χώμα που δεν ξέρουν,
έχουν ψυχές.
Μαζεύουν σύνεργα για να τις αλλάξουν,
δε θα μπορέσουν· μόνο θα τις ξεκάμουν
αν ξεγίνουνται οι ψυχές.
Δεν αργεί να καρπίσει τ’ αστάχυ
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να φουσκώσει της πίκρας το προζύμι,
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
το κακό για να σηκώσει το κεφάλι,
κι ο άρρωστος νους που αδειάζει
δε χρειάζεται μακρύ καιρό
για να γεμίσει με την τρέλα,
νῆσός τις ἔστι…».
Φίλοι του άλλου πολέμου,
σ’ αυτή την έρημη συννεφιασμένη ακρογιαλιά
σας συλλογίζομαι καθώς γυρίζει η μέρα—
Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη·
εκείνοι που είδαν την αυγή μέσ’ απ’ την πάχνη του θανάτου
ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,
νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα
τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής·
κι ακόμη εκείνοι που προσεύχουνταν
όταν το φλογισμένο ατσάλι πριόνιζε τα καράβια:
«Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε
πώς έγινε τούτο το φονικό·
την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,
το στέγνωμα της αγάπης·
Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…».
—Τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε πάνω σε τούτα τα χαλίκια·
δε φελά να μιλάμε·
τη γνώμη των δυνατών ποιός θα μπορέσει να τη γυρίσει;
ποιός θα μπορέσει ν’ ακουστεί;
Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων.
—Ναι· όμως ο μαντατοφόρος τρέχει
κι όσο μακρύς κι αν είναι ο δρόμος του, θα φέρει
σ’ αυτούς που γύρευαν ν’ αλυσοδέσουν τον Ελλήσποντο
το φοβερό μήνυμα της Σαλαμίνας.
Φωνή Κυρίου επί των υδάτων.
Νῆσός τις ἔστι.
.
Σαλαμίνα, Κύπρος, Νοέμβρης 1953
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
“Sobre as carruagens...”
Sobre as carruagens trajes solenes e penachos, depois avançarão devotamente
as mães e filhos
sem palavras nem lágrimas
(decência sobretudo nos vestidos das senhoras e na sua maquilagem)
virão a seguir os presbíteros com a magnificência
que as leis do Estado lhes conferem
por fim os adolescentes com as donzelas núbeis
(uniformes ginasiais; proibidos os sutiãs e os gestos indecentes)
Concentração diante do Zápion às 8 da manhã.
O desfile seguirá em ordem pela
avenida Amalia e pela rua
Dionísio Aeropagita
até os Propileus da Acrópole. Os portadores de tochas
a cada cem passos soltarão
o grito expiatório
A polícia cuidará de proibir
a circulação de veículos as castanhas
as sementes de abóbora e os megafones.
As Erínias prometeram ao Arcebispo
retornar à sua caverna
e ali postadas defender a cidade
até a consumação dos séculos. Ordenou-o o Deus da Grécia
Gritai agora após os cantos
agora após os cantos
gritai...
.
..................................Outubro de 1934
**
[Απάνω στ’ άρματα…]
Απάνω στ’ άρματα μεγάλες στολές και λοφία έπειτα: Οι μανάδες και τα παιδιά
θα προχωρούν ευλαβικά με σκυμμένο το κεφάλι
χωρίς φωνές και χωρίς κλάματα
(κοσμιότης προπάντων στα φορέματα των κυριών και στα ψιμύθια)
θ’ ακολουθούν οι πρεσβύτεροι με τη μεγαλοπρέπεια
που τους επιβάλλουν οι νόμοι της πολιτείας·
τέλος οι έφηβοι μαζί με τις ώριμες κόρες
(αμφίεσις γυμναστηρίου· απαγορεύονται οι στηθόδεσμοι κι οι άσεμνες χειρονομίες).
Συγκέντρωση μπροστά στο Ζάππειο ώρα 8 μ.μ.
Η Συνοδεία θα ξεκινήσει με τάξη ακολουθώντας
τη λεωφόρο Αμαλίας και την οδό
Διονυσίου του Αρεοπαγίτου
ώς τα προπύλαια της Ακρόπολης. Οι λαμπαδηφόροι
θα δίνουν κάθε εκατό βήματα το σημάδι
της εξιλαστήριας κραυγής.
Η αστυνομία θα φροντίσει ν’ απαγορέψει
την κυκλοφορία των τροχοφόρων τα κάστανα
το πασατέμπο και τα μεγάφωνα.
Οι Σεμνές υποσχέθηκαν στον επίσκοπο-Αρχιερέα
να ξαναμπούνε στο σπήλαιό τους
και μένοντας εκεί να προστατεύουν την πόλη
ώς τη συντέλεια των αιώνων. Το πρόσταξε ο Θεός της Ελλάδος.
Ὀλολύξατε νῦν ἐπὶ μολπαῖς
νῦν ἐπὶ μολπαῖς
ὀλολύξατε…
.................................. Οκτώβρης 1934
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
A tarde de um falso
Eia carro, avante carreteiro,
eia, vamos pra Cava ligeiro!
sopra vapor, estruge motor,
que os últimos serão primeiros.
Os filhos tardos e os sem herança,
tratantes que só enchem a panca
numa luta virou rateio
entre olhos e corações alheios.
Politiqueiros, exploradores,
espertalhões, aproveitadores,
vilões, eunucos, afeminados –
eia carreteiro! vamos carro!
Teu calvário, minha pobre Pátria,
foi traçado no teu rosto à faca;
mãe leoa, mãe desamparada
vê se agüentas uma tal parada:
o trampolineiro, o sanguessuga
com seu baú e sua matula;
aquela panela onde se fez
a papa engolida de uma vez
no meio destas brandas colinas
onde nos fecharam, pensionistas
de um doido sem vergonha alguma
que nos seus pesadelos verruma.
Vede o parasita e o figurante
vede-os incensar o hierofante
que perora com fé, com unção
à sua infame congregação.
Todos os traficantes de N.A.F.I.A.
do nosso exílio sórdida máfia,
vorazes, impudicos, daninhos,
dizem, pátria, que estão a caminho
do teu chão empapado de sangue
porque alegam ter ficado langues
no estrangeiro e querem sua terra.
Falsos! querem-te é presa de guerra.
.
........................................................... Cava dei Tirreni, 7.10.1944
**
Το απομεσήμερο ενός φαύλου
Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα!
Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! — οι στερνοί.
Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια
και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια
μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά
για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά.
Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες,
μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά—
τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά!
Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου·
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή,
κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή:
το ματσαράγκα, το φαταούλα
με μπογαλάκια και με μπαούλα·
τη χύτρα που έβραζε κάθε βρομιά
λες και την άδειασαν όλη μεμιά
σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους
όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους
ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή
που στο βραχνά του παραμιλεί.
Δες το σελέμη, δες και το φάντη
πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη
που ρητορεύεται λειτουργικά
μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά.
Μαυραγορίτες από τα Νάφια
της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί
στα χώματά σου τα λαβωμένα
γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα
και δεν μπορούνε χωρίς εσέ—
οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.
.
Cava dei Tirreni, 7. 10. 1944
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
§§
Por estupidez
Grécia: fogo! Gregos: fogo! Cristãos: fogo!
Três palavras mortas. Por que você as matastes?
.
Atenas, verão –
Princeton, N.J., Natal de 1968
**
Από βλακεία
Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ!
Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;
.
Αθήνα, καλοκαίρι —
Princeton N. J., Χριστούγεννα 1968
- Giorgos Seféris, em "Poemas – Giorgos Seféris". [seleção, introdução, tradução direta do grego e notas de José Paulo Paes]. São Paulo: Nova Alexandria, 1995
****